του Ταξχου (ΔΓΥ)ε.α. Πέτρου Κασσάρα – τ. Δντή Γραφείου Ιστορίας ΓΕΑ

Ο χρόνος όσο αδυσώπητος και αν είναι, δεν θα μπορέσει ποτέ να σβήσει από της ιστορία τις ένδοξες σελίδες, που έγραψαν οι Έλληνες αεροπόροι κατά τον τετραετή Μεγάλο Πόλεμο του 1940-1945.

Για να θυμούνται οι παλαιότεροι και να διδάσκονται οι νεότεροι, αφιερώνεται το παρόν ιστορικό σημείωμα σαν ένας ελάχιστος φόρος τιμής σε εκείνους που έπεσαν ηρωικά αλλά και σε όλους εκείνους τους αφανείς ήρωες που εκτέλεσαν στο ακέραιο την αποστολή τους και κατόρθωσαν, κάτω από τραγικές συνθήκες, να επιβιώσουν και να επιστρέψουν στην πατρίδα και τις οικογένειές τους.

Πρώτος ο Υποσμηναγός Ευάγγελος Γιάνναρης άνοιξε το Πάνθεο των ηρώων όταν, στις 30 Οκτωβρίου 1940, έπεφτε ηρωικά, στον τομέα της Πίνδου, από τα εχθρικά πυρά. Ο Ευάγγελος Γιάνναρης υπήρξε ο πρώτος νεκρός Έλληνας Αξιωματικός του Ελληνοϊταλικού Πολέμου

Λίγους μήνες αργότερα, στις 15 Απριλίου του 1941, ένας άλλος αεροπόρος, ο Επισμηνίας Γεώργιος Μόκκας, έκλεισε το Πάνθεο των ηρώων του Ελληνοϊταλικού – Ελληνογερμανικού Πολέμου, όταν βρήκε ηρωικό θάνατο αερομαχώντας με πολυάριθμα γερμανικά καταδιωκτικά Messerschmitt.

Στη μεγαλειώδη αερομαχία των Τρικάλων, μόνος εναντίον όλων ο Επισμηνίας Μόκκας συνέχισε τη μάχη με το μικρό Bloch μέχρι τέλους και επί βωμών και εστιών …

Και όταν το μέτωπο της Ελλάδας κατέρρευσε, σύσσωμο το προσωπικό της Πολεμικής Αεροπορίας, ιπτάμενο και εδάφους, διέφυγε στη Μέση Ανατολή και συνέχισε τον αγώνα στο πλευρό των Συμμάχων.

Ήρωες αυτοί που κόσμησαν το Πάνθεο των ηρώων, ήρωες και εκείνοι που εγκατέλειψαν παιδιά, συζύγους και γονείς και έσπευσαν εκεί που τους καλούσε η Πατρίδα.

Πολλά τα παραδείγματα ηρωισμού και αυτοθυσίας που έλαβαν χώρα κατά το μακροχρόνιο αγώνα, τόσο στην Ελλάδα, όσο και στη Μέση Ανατολή. Θα αναφερθώ σε μερικά μόνο χαρακτηριστικά περιστατικά, που φανερώνουν την ανδρεία και αυτοθυσία των πρωταγωνιστών τους …

«Επέστρεφα στη βάση μου, ύστερα από αερομαχία στο μέτωπο της Μέσης Ανατολής» – μας αφηγήθηκε Έλληνας πιλότος, του οποίου ατυχώς μου διαφεύγει το όνομα.

«Στο μέσο της διαδρομής το Spitfire πήρε φωτιά και έκανα αναγκαστική προσγείωση κάπου στην έρημο. Όταν επιχείρησα να βγω από το αεροσκάφος διαπίστωσα πως το αριστερό μου πόδι ήταν σφηνωμένο στο χειριστήριο.

Παρά τις προσπάθειες δεν κατάφερα να απεμπλακώ μέχρι που η φωτιά έφτασε στην καμπίνα και άρχισα να καίγομαι. Αφού κάηκε εντελώς το παπούτσι μαζί με το πέλμα του αριστερού ποδιού, τότε κατάφερα να γλιστρήσει το πόδι μου και με όσες δυνάμεις μου απέμεναν πήδησα έξω από το αεροσκάφος, απομακρύνθηκα μερικά μέτρα για το φόβο της έκρηξης και εκεί λιποθύμησα.»

Από εδώ και πέρα αρχίζει η κωμική πλευρά του περιστατικού, όπως αφηγήθηκε ο ίδιος ο χειριστής …

«Όταν ξύπνησα έκπληκτος διαπίστωσα πως μεταφερόμουν στους ώμους δύο Ιταλών στρατιωτών. Όπως ήταν επόμενο μου κόπηκε η ανάσα! Γλύτωσα από την αερομαχία και τη φωτιά και βρέθηκα αιχμάλωτος , σκέφτηκα … Ωστόσο οι Ιταλοί στρατιώτες μου φέρονταν ευγενικά και μου προσέφεραν μάλιστα νερό και λίγα τρόφιμα … Κάποια στιγμή πήρα θάρρος, έλυσα τη σιωπή μου και ρώτησα με αγωνία :

– «Και τώρα συνάδελφοι που θα με παραδώσετε; «

– «Θα σε παραδώσουμε στο κοντινό Συμμαχικό Νοσοκομείο είναι σοβαρό» μου απάντησαν.

– «Μα είμαι αιχμάλωτός σας» τους απάντησα …

– «Όχι βέβαια! Εμείς είμαστε αιχμάλωτοί σου» μου είπαν και κοιτάχτηκαν με νόημα.

Βλέποντάς με αμήχανο μου εξήγησαν χαμογελώντας «Εμείς είμαστε αιχμάλωτοι και δραπετεύσαμε από το Συμμαχικό στρατόπεδο, όμως επειδή περιπλανιόμαστε πολλές ώρες χωρίς καμία ελπίδα να συναντήσουμε φίλια τμήματα, αποφασίσαμε να σε πάρουμε μαζί μας και να επιστρέψουμε στο στρατόπεδο από όπου δραπετεύσαμε, μια που είναι και Νοσοκομείο … «

Πράγματι κοντά στο σούρουπο φτάσαμε σε ένα Βρετανικό νοσοκομείο, όπου υπηρετούσαν και Έλληνες γιατροί, οι οποίοι μου παρείχαν τις πρώτες βοήθειες. Αλλά και εγώ δεν φάνηκα αχάριστος. Παρακάλεσα τους γιατρούς και κράτησαν τους δύο αιχμαλώτους μέχρι που τελείωσε ο πόλεμος και επέστρεψαν ασφαλείς στην Πατρίδα τους.»

Όμως και το προσωπικό εδάφους δεν υστέρησε σε ηρωισμό και αυτοθυσία. «Όταν άρχισε η κατάρρευση του μετώπου της Ελλάδας – μας αφηγείται ο τότε Υπαξιωματικός της Πολεμικής Αεροπορίας Αναστασόπουλος Παναγιώτης – η Ελληνική Κυβέρνηση με έστειλε με πέντε – έξι Σμηνίτες και έναν Άγγλο Υπαξιωματικό στο Ηράκλειο της Κρήτης με αποστολή τον εφοδιασμό με καύσιμα των αεροσκαφών που θα κατευθύνονταν μέσω της Μεγαλονήσου στην Μέση Ανατολή. Όταν άρχισε η επίθεση για την κατάληψη του Μάλεμε, το Κλιμάκιό μας εντάχθηκε στις διάφορες μάχιμες ένοπλες ομάδες και με τα πενιχρά μέσα που διέθετε, πήρε μέρος στη μεγάλη μάχη για την άμυνα του αεροδρομίου … Όταν καταλήφθηκε ολοκληρωτικά το νησί διασκορπιστήκαμε σε διάφορα σημεία αναζητώντας – μάταια – οποιοδήποτε μέσο για τη Μέση Ανατολή. Τελικά, εγώ προσωπικά, κατέφυγα στα Χανιά, όπου παρουσιάστηκα σε κάποιον εργολάβο οικοδομών και τον παρακάλεσα να με εγγράψει στη δύναμή των οικοδόμων που είχε στη δούλεψή του, για να μη με συλλάβουν οι Γερμανοί. Δεν θα ξεχάσω ποτέ τη συμπεριφορά του εργολάβου. Με πήρε αμέσως μαζί του, και με εγκατέστησε στο χωριό του, μερικά χιλιόμετρα έξω από τα Χανιά και μου είπε συγκινημένος: «Παλικάρι μου εδώ είσαι πιο ασφαλής. Θα μείνεις όσο χρειαστεί. Θα πληρώνεσαι κάθε Σάββατο το βδομαδιάτικό σου μαζί με τους άλλους χωρίς να δουλεύεις».

Η ιδιότυπη αυτή φιλοξενία, να με περιποιούνται και να με πληρώνουν χωρίς να δουλεύω, κράτησε περίπου ένα χρόνο, ώσπου βρήκα το πρώτο μεταφορικό μέσον και επέστρεψα στην Ηπειρωτική Ελλάδα στους δικούς μου που με είχαν για χαμένο … «

Τιμή και δόξα σε όλους αυτούς τους ήρωες, οι οποίοι με τις θυσίες τους και την φιλοπατρία που τους διέκρινε μας παρέδωσαν στην Ελλάδα ελεύθερη και υπερήφανη.