Περιμένοντας την “Ελευθερία”. . .

Περιμένοντας την “Ελευθερία”. . .

Περιμένοντας την “Ελευθερία”. . .

«Κηρύξατε κατάσταση πανώλης» !

Χρειάστηκε να φθάσει η ώρα του μεγάλου ντουέτου, του Ορφέα και της Ευρυδίκης, στην τρίτη πράξη του ομώνυμου έργου που παιζόταν στην όπερα της Αφρικανικής πόλης, και συγκεκριμένα τη στιγμή που η Ευρυδίκη χανόταν πάλι από τα μάτια του αγαπημένου της, επειδή αυτός δεν τήρησε τον όρο του Πλούτωνα να μη γυρίσει να την κοιτάξει έως ότου φθάσουν στη γη βγαίνοντας από τον Άδη. Ο ερμηνευτής διάλεξε εκείνη τη στιγμή να προχωρήσει στην άκρη του πλατό, με  χέρια και πόδια ανοιχτά μέσα στο αρχαιοπρεπές ένδυμά του, και να σωριαστεί ανάμεσα στις βουκολικές εικόνες του σκηνικού δημιουργώντας θέαμα φοβερό. Οι θεατές της πλατείας σηκώθηκαν και άρχισαν να αδειάζουν αργά την αίθουσα. Αλλά απότομα η κίνηση επιταχύνθηκε και το πλήθος ξεχύθηκε προς τις εξόδους με σπρωξιές και ξεφωνητά. Ήταν μια εικόνα που φανέρωνε τι ήταν η ζωή τους εκείνη την εποχή: η πανούκλα επί σκηνής με τη μορφή ενός εξαρθρωμένου θεατρίνου και, μέσα στην αίθουσα, ένα κατατρομαγμένο πλήθος και μια άχρηστη πολυτέλεια, με τις ξεχασμένες βεντάλιες και τις δαντελένιες εσάρπες παρατημένες στα άλικα βελούδινα καθίσματα.

Συχνά στα πεζοδρόμια, πολλοί νυχτερινοί διαβάτες ένοιωθαν κάτω από τις πατούσες τους την ελαστική μάζα ενός πτώματος, ζεστού ακόμα. Κατάπληξη και σαστιμάρα. Από τις τρύπες, τα υπόγεια, τα κελάρια, τους υπονόμους, τα ποντίκια ανέβαιναν σε μακρές σειρές τρικλίζοντας για να έρθουν στο φως, να στριφογυρίσουν και να ψοφήσουν κοντά στους ανθρώπους. Τη νύχτα, στους διαδρόμους και στα σοκάκια, στα κεφαλόσκαλα και στις αυλές, άκουγες καθαρά τις τσιρίδες της αγωνίας τους. Απερίγραπτο το σάστισμα τής τόσο ήσυχης μέχρι τότε πόλης, που μέσα σε λίγες μέρες έμοιαζε με τον υγιή άνθρωπο που το πηχτό αίμα του αρχίζει να βράζει.

Οράν, Αλγερίας, 25 Απριλίου 1940. Εκείνη την ημέρα είχαν μαζευτεί και καεί έξι χιλιάδες διακόσια τριάντα ένα ποντίκια, και ο κόσμος, που μέχρι τότε διαμαρτυρόταν για ένα συμβάν απλώς αηδιαστικό με απροσδιόριστη έκταση και προέλευση, άρχισε να το βλέπει και ως απειλητικό. Θα πρόκειται για κάποια επιδημία, θα σχολιάσει ο παπάς της ενορίας. Και ο γιατρός θα βρει τον πρώτο του ασθενή με το ένα χέρι στην κοιλιά και το άλλο στο λαιμό να ξερνάει με δυνατούς σπασμούς μια κοκκινωπή χολή. Ο πυρετός στους τριάντα εννέα και τα γάγγλια του λαιμού πρησμένα. Μαυριδερές κηλίδες στα πλευρά του. Και η συνείδησή του μπερδεμένη σε απόκοσμα παραμιλητά, που θα σταματήσουν απότομα. Ο θάνατος επέρχεται μετά από μια ασήμαντη κίνηση. Και ο θάνατος του θυρωρού, ο πρώτος αυτός μυστηριώδης θάνατος, θα μετατρέψει την έκπληξη σε πανικό. Κανείς δεν μπορούσε να προβλέψει τη συμφορά. Τριάντα περίπου μεγάλες επιδημίες πανούκλας που γνώρισε η Ιστορία είχαν στοιχίσει στο ανθρώπινο γένος γύρω στα εκατό εκατομμύρια νεκρούς.

Πράγματι,  και οι ειδικοί άρχισαν να μιλούν για επιδημία. Άρχισαν και οι έρευνες της αστυνομίας. Φαίνεται καθαρά πως πρόκειται για πανούκλα, θα αποφανθεί ο συνομιλητής, εγώ το ξέρω, δεν έχω ανάγκη από αναλύσεις, έκανα μέρος της καριέρας μου στην Κίνα, και είδα τέτοια κρούσματα στο Παρίσι πριν από είκοσι χρόνια, αλλά τότε δεν μπόρεσαν να πουν την αρρώστια με το όνομά της. Ναι, αν και η οικουμένη γνώρισε τόσες πανούκλες όσους και πολέμους, ωστόσο, και οι δύο αυτές μάστιγες βρίσκουν πάντα τους ανθρώπους απροετοίμαστους. Η μάστιγα δεν είναι στα μέτρα του ανθρώπου, είναι κάτι εκτός πραγματικότητας, γι’ αυτό θεωρούμε ότι είναι ένας εφιάλτης που θα περάσει. Αλλά και πώς να κοιτάξεις μια μάστιγα, σαν την πανούκλα, κατάματα όταν αυτή εξαφανίζει το μέλλον, τις μετακινήσεις, τις συζητήσεις, το αίσθημα της ελευθερίας και τον έρωτα;

Στο εργαστήριο διατείνονται πως αναγνώρισαν τον ισχυρό βάκιλο της πανούκλας, αλλά μερικές ειδικές μεταλλάξεις του μικροβίου δεν είχαν τα κλασσικά χαρακτηριστικά του. Μέσα σε τρείς μέρες το μικρόβιο μπορεί να τετραπλασιάσει τον όγκο της σπλήνας και να κάνει τα μεσεντερικά γάγγλια να φουσκώσουν σαν πορτοκάλια. Οι εστίες μολύνσεως πολλαπλασιάζονται συνεχώς. Είναι αδιάφορο αν θα την ονομάσουμε πανούκλα ή πυρετό οστεομυελίτιδος, το ζήτημα είναι να λάβουμε μέτρα και να την εμποδίσουμε να σκοτώσει τον μισό πληθυσμό της πόλης. Και δεν χρειάζεται να χαρακτηρίσουμε τα μέτρα που προβλέπονται από το νόμο ως αυστηρά, αρκεί να είναι αναγκαία. Και ο αξιωματούχος, που ενδεχομένως να έχει άλλη άποψη, δεν μπορεί να αναλάβει την ευθύνη και να βεβαιώσει ότι η επιδημία θα σταματούσε δίχως τη λήψη αυστηρών προφυλακτικών μέτρων.

Αλλοίμονο! Τα ποντίκια ψόφησαν από πανούκλα ή κάτι παραπλήσιο, και οι δεκάδες χιλιάδες ψύλλοι που κυκλοφορούν θα μεταδώσουν τη μόλυνση με γεωμετρική πρόοδο. Μέσα σε τέσσερις ημέρες ο πυρετός έκανε τέσσερα εντυπωσιακά άλματα: δεκαέξι, είκοσι τέσσερις, είκοσι οκτώ και τριάντα δύο νεκροί. Την πέμπτη ημέρα που ενημερώθηκε η πρωτεύουσα της αποικίας, η νομαρχία είχε καταμετρήσει σαράντα νεκρούς. Ο νομάρχης διάβασε το τηλεγράφημα που έλαβε: “Κηρύξατε κατάσταση πανώλης. Αποκλείσατε την πόλη”.

Τα σπίτια θα σφραγίζονταν. Γενική απολύμανση. Οι οικείοι σε προληπτική καραντίνα. Οι ταφές θα οργανώνονταν από την πολιτεία. Την επομένη, οι οροί έφτασαν αεροπορικώς. Ένα συναίσθημα τόσο προσωπικό όσο ο χωρισμός από ένα αγαπημένο πρόσωπο, έγινε κοινό σε έναν ολόκληρο λαό. Και αυτό ήταν, μαζί με το φόβο, το μεγαλύτερο μαρτύριο της μακρόχρονης αυτής εξορίας. Η πόλη έκλεισε. Οι λέξεις, συμβιβασμός - χάρη – εξαίρεση – διευκόλυνση, δεν είχαν πια κανένα νόημα. Τα προσωπικά συναισθήματα των συμπολιτών ξεθώριασαν. Αλλά κάποιοι υπέφεραν διπλά, πρώτα από το δικό τους πόνο, και ύστερα από τον πόνο που φαντάζονταν ότι ένοιωθαν οι απόντες, παιδιά, σύζυγοι, ερωμένη. Πυρωμένα βέλη της μνήμης δημιουργούσαν την αίσθηση της εξορίας. Στο τέλος, βέβαια, αποδέχεσαι και τη φυλακή, με τη σκέψη στη λύτρωση.

Σε τέτοια έσχατα όρια μοναξιάς, κανείς δεν μπορούσε να ελπίζει στη βοήθεια του γείτονα. Υπάρχουν όμως πολλές χαραμάδες για να εκδηλωθεί η αλληλεγγύη ως ηθική στάση. Βέβαια, κάποιος μεγαλομπακάλης της γειτονιάς έκρυψε τρόφιμα για να τα πουλήσει στη μαύρη αγορά. Βρήκαν τις κονσέρβες κάτω από το κρεβάτι του, όταν πήγαν να τον πάρουν για το νοσοκομείο. Πέθανε εκεί την επομένη. Η πανούκλα δεν είναι επικερδής, πρόφθασε να ψελλίσει. Η πόλη είχε διακόσιες χιλιάδες κατοίκους. Την πέμπτη εβδομάδα πέθαναν τριακόσιοι είκοσι άνθρωποι και την έκτη τριακόσιοι σαράντα. Καθολική απαγόρευση της κυκλοφορίας.

Στο τέλος του πρώτου μήνα, μεταξύ αφηρημένου και πραγματικής αλήθειας, οι καρδιές μαύρισαν από τη σημαντική υποτροπή της επιδημίας. Αλλά και από το σφοδρό κήρυγμα του εφημέριου, που είχε διακριθεί σε θέματα σχετικά με τον σύγχρονο ατομικισμό. Οργανώθηκε εβδομάδα ομαδικών δεήσεων. Οι Κινέζοι, σε παρόμοια περίπτωση, παίζουν ταμπούρλο μπροστά στο πνεύμα της πανούκλας. Ο πάτερ ανέβηκε στον άμβωνα: Αδερφοί μου, το αξίζετε, θα αναφωνήσει. Ταραχή στο εκκλησίασμα. Διαβάζει ένα απόσπασμα από την Έξοδο: “Η μάστιγα αυτή εμφανίζεται στην ιστορία για πρώτη φορά για να πλήξει τους εχθρούς του Θεού. Ο Φαραώ αντιτίθεται στις αιώνιες βουλές Του και τότε η πανούκλα τον γονατίζει. Από καταβολής κόσμου, η μάστιγα του Θεού αναγκάζει τους αλαζόνες να πέφτουν στα πόδια Του”. Εμπρός, λοιπόν, συμπολίτες, συλλογιστείτε το αυτό και γονατίστε. Αν σήμερα η πανούκλα σάς θωρεί, σημαίνει πως έφθασε η ώρα να σκεφθείτε. Ο Θεός, που τόσο καιρό έσκυβε το φιλεύσπλαχνο πρόσωπό Του πάνω από τους ανθρώπους αυτής της πόλης, κουρασμένος να προσμένει, απέστρεψε το βλέμμα Του. Στερημένοι από το φως του Κυρίου, είμαστε τώρα βυθισμένοι στα άδυτα της πανούκλας.

Και μετά από στιγμές σιωπής θα προσθέσει: Διαβάζομε στον Χρυσό Θρύλο πως τον καιρό του βασιλιά Ουμβέρτου, η Ιταλία σαρώθηκε από μια τόσο άγρια πανούκλα που οι ζωντανοί μόλις επαρκούσαν να θάβουν τους νεκρούς. Αδερφοί μου, η πανούκλα μπαίνει και θρονιάζεται στο σπίτι σας. Το χέρι που σας τείνει, καμία δύναμη στη γη, ούτε η μάταιη ανθρώπινη επιστήμη, δεν θα μπορέσει να το αποτρέψει. Και έτσι, χτυπημένοι  στο ματωμένο αλώνι του πόνου, θα σας πετάξουν μαζί με τα άχυρα. Και ο πάτερ, νομίζοντας πως είχε αποδείξει τη θεϊκή προέλευση της πανούκλας και τον τιμωρητικό  χαρακτήρα της, ήλπιζε ότι οι συμπολίτες του θα απηύθυναν στον ουρανό τον μόνο χριστιανικό λόγο, τον λόγο της αγάπης. Ο Θεός θα φρόντιζε για όλα τα άλλα.

Πότε, όμως, και πώς; Εκατόν είκοσι τέσσερις οι νεκροί της ενενηκοστής τέταρτης ημέρας. Ναι, σε στιγμές συμφοράς συνηθίζει ο άνθρωπος στην αλήθεια, και σωπαίνει. Μόνον ένας θεόπνευστος γέροντας ακούγεται στη γωνία: ο Θεός είναι μεγάλος, ελάτε σ’ Αυτόν. Αλλά η πανούκλα άρχιζε να γίνεται πνευμονική. Και κάποιος θα υπενθυμίσει στον γιατρό, ότι πριν εκατό χρόνια, μια επιδημία πανούκλας αφάνισε όλους τους κατοίκους μιας πόλης της Περσίας, εκτός από εκείνον που έπλενε τους νεκρούς. Ο οποίος γιατρός ήλπιζε ότι ένας ορός φτιαγμένος από καλλιέργεια του ίδιου του μικροβίου που μάστιζε την πόλη θα ήταν πιο αποτελεσματικός από τους ορούς που έρχονταν από το εξωτερικό. Αγαπάμε ή πεθαίνουμε μαζί, δεν υπάρχει άλλος τρόπος. Η επιδημία είναι υπόθεση όλων μας, τα μέτρα θα πρέπει να τα λάβει ο καθένας για τον εαυτό του. Και ο συνομιλητής του, άνθρωπος της ειδικότητας, ήλπιζε να ετοιμάσει γρήγορα τον πρώτο του ορό.

Οι Αρχές αναγκάστηκαν να ταυτίσουν την “κατάσταση πανούκλας” με “κατάσταση πολιορκίας”. Τουφέκισαν δυο κλέφτες. Επιβλήθηκε συσκότιση. Από τις ένδεκα το βράδυ, βυθισμένη στο απόλυτο σκοτάδι, η παραθαλάσσια πόλη πέτρωνε. Τα ήθη και τα έθιμα είχαν αποδομηθεί. Το πατροπαράδοτο ξενύχτισμα των νεκρών και η νεκρώσιμη ακολουθία είχαν απαγορευτεί. Όποιος πέθαινε το βράδυ, περνούσε τη νύχτα ολομόναχος, και όποιος πέθαινε την ημέρα θαβόταν χωρίς περιστροφή, σκεπάζοντάς τον με καυτό ασβέστη. Η οικογένεια βρίσκονταν σε καραντίνα. Οι πολίτες είχαν υποταχθεί.

“Γιατρέ, σώστε τον”! Μα ο γιατρός δεν ήταν εκεί για να σώζει ζωές, ήταν εκεί για να επιβάλλει την απομόνωση. “Γιατρέ, δεν έχετε καρδιά”! Και όμως είχε, μόνο που του χρησίμευε για να αντέχει είκοσι ώρες την ημέρα να βλέπει ανθρώπους να πεθαίνουν ενώ ήταν πλασμένοι για να ζήσουν. “Λίγο συναίσθημα, γιατρέ”! Αν ο γιατρός ήταν πιο ξεκούραστος, αυτή η διάχυτη μυρωδιά θανάτου θα τον έκανε ίσως συναισθηματικό. Μα όταν κοιμάσαι τέσσερις ώρες την ημέρα, περισσεύει το συναίσθημα. Φοβόταν, όμως, ο γιατρός, μήπως το κατακυριεύσει η αμέλεια. Ή μήπως άρχιζε να ποντάρει στην τύχη; Αλλά η τύχη δεν ανήκει σε κανέναν.

Ο ορός του Καστέλ δοκιμάστηκε στα τέλη του Οκτώβρη. Οι τελευταίες ελπίδες του γιατρού. Ο γιός του ανακριτή ήταν σε φάση κατάπτωσης. Μεταφέρθηκε σε πρόχειρο νοσοκομείο, μια παλιά αίθουσα σχολείου. Του δώσανε τον ορό. Ο μικρός άρρωστος μετά από κάποιες ώρες βγήκε από τον λήθαργο. Τεντώθηκε και, με τα δόντια σφιγμένα, κύρτωσε τη μέση του ανοίγοντας χέρια και πόδια. Το ψυχορράγημα ενός αθώου. Η φρίκη της φλόγας τον έκαιγε  πάλι, για τρίτη φορά. Χοντρά δάκρυα ανάβλυσαν κάτω από τα φλογισμένα βλέφαρά του, και, στο τέλος της κρίσης, πάνω στο ανάστατο κρεβάτι, πήρε τη στάση του εσταυρωμένου, με μια μακρόσυρτη κραυγή. Ο πάτερ πλησίασε στο κρεβάτι και έκανε το σημείο του σταυρού, λέγοντας: Ίσως πρέπει να αγαπάμε εκείνο  που δεν μπορούμε να κατανοήσουμε. Εγώ έχω διαφορετική ιδέα για την αγάπη, θα αντιτείνει ο γιατρός. Και θα αρνούμαι μέχρι θανάτου να αγαπώ αυτή την πλάση όπου τυραννιούνται τα παιδιά.

Ο πάτερ, από τότε που παρακολούθησε τον αργό θάνατο ενός παιδιού φάνηκε να αλλάζει. Άρχισε να ετοιμάζει μια πραγματεία με θέμα: Μπορεί ένας ιερωμένος να συμβουλεύεται έναν γιατρό; Οι περισσότεροι άνθρωποι είχαν αντικαταστήσει τώρα τις συνηθισμένες θρησκευτικές εκδηλώσεις με παράλογες προλήψεις. Έτσι, άρχισαν να  συμβουλεύονται τον Νοστράδαμο και την αγία Οντίλ. Οι προφητείες τους τούς  καθησύχαζαν, όχι όμως και η πραγματικότητα της πανούκλας. Ο πάτερ θα ανέβει στον άμβωνα για το δεύτερο κήρυγμα, αντικαθιστώντας το “εσείς” με το “εμείς”. Ποιος μπορεί, μα την αλήθεια, να βεβαιώσει ότι η αιωνιότητα μιας χαράς είναι ικανή να αντισταθμίσει έστω και μια στιγμή ανθρώπινου πόνου; Ο Θεός σήμερα έριξε τα πλάσματά Του σε τέτοια δυστυχία που πρέπει να αποδεχτούν την πιο μεγάλη αρετή: του “όλα” ή “τίποτα”. Δεν πρέπει να παραβλέπομε τις προφυλάξεις, τη λογική, και την τάξη που επιβάλλει μια κοινωνία στην αταξία που γεννά μια μάστιγα. Η αγάπη του Θεού είναι δύσκολη αγάπη. Προϋποθέτει την απόλυτη εγκατάλειψη του εαυτού μας και την αυτό-περιφρόνηση. Ιδού το δύσκολο δίδαγμα που θα ήθελα να μοιραστώ μαζί σας. Ιδού η πίστη που χρειάζεται να αποκτήσουμε, σκληρή στα μάτια των ανθρώπων, αποφασιστική στα μάτια του θεού.

Τις επόμενες ημέρες, ο ιερωμένος θα τον ξαφνιάσει το αναψοκοκκινισμένο πρόσωπό του. Θα έρθουν οι δύσπνοιες, και τα συμπτώματα παροδικής κούρασης. Θα αρνηθεί την ιατρική εξέταση, ήταν αντίθετη με τις αρχές του. Έδειχνε σαν να μην κατάφερνε να βγάλει βαθειά από τον λαιμό του τούφες από βαμβάκι που τον έπνιγαν. Ο γιατρός τελικά θα τον εξετάσει, όταν οι αισθήσεις του αμβλύνθηκαν, χωρίς να βρει κανένα από τα κύρια συμπτώματα της βουβωνικής ή της πνευμονικής πανούκλας. Ήταν δεν ήταν πανούκλα, στην παραζάλη του πυρετού ο πάτερ διατηρούσε το αδιάφορο βλέμμα του. Και όταν το άλλο πρωί τον βρήκαν νεκρό, τα μάτια του ήταν εντελώς ανέκφραστα.

Η γραφική παράσταση της πανούκλας έδειχνε ότι η αρρώστια είχε φθάσει στο φόρτε της. Βάσιμες ενδείξεις ότι θα άρχιζε να υποχωρεί. Άραγε, ο καινούργιος ορός του Καστέλ να είχε σημειώσει ανέλπιστες επιτυχίες; Πάντως, δεν υπήρχε ούτε ένας δημόσιος χώρος που δεν είχε μετατραπεί σε νοσοκομείο εκστρατείας ή σε λοιμοκαθαρτήριο. Η υπεράνθρωπη δουλειά και οι εξαντλητικές προσπάθειες των γιατρών και νοσηλευτών έπρεπε να συνεχιστούν, δίπλα στο πρόβλημα του έντονου επισιτισμού. Και το σύνθημα, “ψωμί” ή “ελευθερία”, άρχισε να κυκλοφορεί. Όλοι νομίζουν ότι είναι μολυσμένοι από το κακό. Όλοι κατέχονται από δολοφονική μανία. Όλοι ψάχνουν τη γαλήνη και αρνούνται να πάρουν το μέρος της μάστιγας. Και γνωρίζουν ότι ένας είναι ο δρόμος, ο δρόμος της συμπόνιας. Ο ηρωισμός και η αγιοσύνη δεν πρέπει να συγκινούν. Ένα πρέπει να είναι το ερωτηματικό, είμαι άνθρωπος;

Η ζωή στην άρρωστη πόλη συνέχισε στο ρυθμό της μέχρι τα Χριστούγεννα. Εκείνα τα Χριστούγεννα  ήταν η γιορτή της κόλασης παρά του Ευαγγελίου. Οι εκκλησίες αντηχούσαν από θρήνους μάλλον παρά από ευχαριστίες. Κανείς δεν τολμούσε να μιλήσει για τον αλλοτινό Θεό που ερχόταν φορτωμένος με δώρα. Παλιός σαν τον ανθρώπινο πόνο, αλλά και καινούργιος σαν τη νεαρή ελπίδα. Τώρα στις καρδιές όλων υπήρχε θέση μόνον για μια πολύ γέρικη και καταθλιπτική ελπίδα. Την ίδια εκείνη ελπίδα που εμποδίζει τους ανθρώπους να αφεθούν στην αγκαλιά του θανάτου, και που είναι απλώς μια επιμονή για να κρατηθούν ζωντανοί. Και ο γιατρός να συλλογίζεται: αυτός ο κόσμος χωρίς αγάπη, είναι κόσμος νεκρός, και έρχεται πάντα μια στιγμή που κουράζεται κανείς από τους αποκλεισμούς, και τότε αποζητάει ένα ανθρώπινο πρόσωπο και τη μαγευτική καρδιά της τρυφερότητας.

Αιφνίδια υποχώρηση της αρρώστιας. Ήταν ανέλπιστη. Όλοι συμφωνούσαν ότι δεν θα ξανάβρισκαν μονομιάς τις ανέσεις της προηγούμενης ζωής. Ο ορός του Καστέλ γνώρισε αμέσως απανωτές επιτυχίες. Άνοιγε μια σχισμάδα. Η αισιοδοξία κέρδιζε τώρα και αυτούς που είχαν εξαναγκαστεί να χωριστούν. Άραγε η πανούκλα θα άφηνε σημάδια στις καρδιές; Πάντως, έμοιαζε πολύ όμορφο να ξεκινήσει κανείς από το μηδέν. Ναι, πάντα υπάρχει μια στιγμή της ημέρας, ίσως και της νύχτας, όπου ο άνθρωπος δειλιάζει, και ο ίδιος δεν φοβάται τίποτε άλλο όσο τη στιγμή αυτή της δειλίας.

Ένα όμορφο πρωινό του Φλεβάρη, οι πύλες της πολιτείας άνοιξαν. Και μαζί οι καρδιές των ανθρώπων. Τι απέγινε άραγε το συναίσθημα του χωρισμού, αυτό το πάθος, που είχε τυραννήσει τόσους και τόσους; Τα τρένα άρχισαν να έρχονται και να φεύγουν κατάμεστα. Καταλλαγή και των ανθρώπινων σχέσεων; Αχ, ο καιρός της χαράς να κυλούσε δυο φορές πιο αργά από τον καιρό της αναμονής. Η πανούκλα είχε τελειώσει πολύ απότομα. Η ευτυχία κατέφθανε ολοταχώς, προχωρούσε πιο γρήγορα από την προσμονή. Υπήρχαν όμως και εκείνοι που τώρα είχαν για μοναδική συντροφιά έναν νωπό πόνο. Εκείνοι που βυθίζονταν στη θύμηση του ανθρώπου τους, που έχασαν. Μανάδες, σύζυγοι, εραστές, που οι αγαπημένοι τους τώρα  ήταν θαμμένοι σ’ έναν ανώνυμο λάκκο ή είχαν γίνει στάχτη. Ναι, γι’ αυτούς η πανούκλα δεν είχε νικηθεί. Αλλά οι καμπάνες της πόλης σήμαιναν για όλους χαρμόσυνα. Έπρεπε όλοι να βρουν την αληθινή τους πατρίδα.

Τα αποθέματα ζωής που είχαν σωρεύσει όλους αυτούς τους μήνες, όπου ο καθένας κρατούσε την ψυχική του δύναμη σε επιφυλακή, τα σκορπούσαν τώρα απλόχερα, θαρρείς και ήταν μέρα της ανάστασής τους. Την ισότητα που δεν μπόρεσε να πετύχει η παρουσία του θανάτου, την πραγματοποιούσε τώρα η χαρά της λύτρωσης, έστω και αν θα κρατούσε πολύ λίγο. Όλοι θα θέλανε να κάνουν ένα ευλαβικό προσκύνημα στα μέρη όπου είχαν υποφέρει. Κάποιος ερωτευμένος, παραδομένος στη γλυκιά αγωνία της θύμησης, θα έλεγε στην αγαπημένη του: “Σ’ αυτό το μέρος, τότε, σε πόθησα, κι εσύ δεν ήσουν εδώ”! Ναι, αν υπάρχει κάτι που μπορείς πάντα να το λαχταράς και καμιά φορά να το αποκτάς, έ, αυτό είναι η ανθρώπινη τρυφερότητα. Αλλοίμονο, όμως! Άλλοι, πιο σπάνιοι, είχαν λαχταρήσει να σμίξουν με κάτι που δεν μπορούσαν  να το προσδιορίσουν, αλλά που τους φαινόταν σαν το μόνο ποθητό αγαθό, το αποκαλούσαν απλά γαλήνη.

Μέσα σε όλους αυτούς, και ο γιατρός, βγαίνοντας από τους πολυθόρυβους δρόμους της γιορτής,  να συλλογίζεται: Εκείνο που μετράει δεν είναι αν αυτές οι στιγμές και οι σκηνές έχουν νόημα ή όχι, αλλά ότι πρέπει να δίνεις σημασία μόνον σε ό,τι ανταποκρίνεται στην ελπίδα των ανθρώπων. Δεν μπορούσε, όμως, να εκφέρει γνώμη, αν θα έπρεπε να στήσουν μνημείο για τα θύματα της μάστιγας.

«Έλεος πληθυνθείη εις πάντας και ειρήνη και αγάπη»! Καλά Θεοφάνεια!

5 Ιανουαρίου 2021. Γρηγόριος Δημ. Νούσιας – Αεροπόρος.

Υ.Γ. Τα ερεθίσματα από, “Η Πανούκλα”, του Αλμπέρ Καμύ, (βραβείο Νόμπελ).     Θα πει: «Δεν έμαθα το νόημα της ελευθερίας από τα κείμενα του Μαρξ. Το συνειδητοποίησα μέσα στη μιζέρια» ! Σκοτώθηκε σαν χθες, 4 Ιαν. 1960, σε τροχαίο.

 

 

Close
Close

Please enter your username or email address. You will receive a link to create a new password via email.

Close

Close